ΑΣΥΡΜΑΤΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΩΣΗ WiFi
Βιολογικές επιπτώσεις, νόμοι για την προστασία της δημόσιας υγείας, και διεθνής πρακτική

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Καθηγητής Βιοχημείας, Τμήμα Βιολογίας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Τηλ. 2610-997227, Φαξ 2610-997840, Email c.georgiou@upatras.gr

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Η νομική προστασία των πολιτών από την έκθεση στην ακτινοβολία του WLAN και γενικότερα των ΜΙΗΜΑ διασφαλίζεται από συγκεκριμένους Ευρωκοινοτικούς και Ελληνικούς νόμους, ανεξαρτήτως του αν η ένταση των ΜΙΗΜΑ ευρίσκεται εντός των ισχυόντων ορίων ασφαλείας.

Η ισχύς των νόμων αυτών συνεπάγεται ότι είναι νομικά έκθετα όλα εκείνα τα κρατικά/ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα (ΑΕΙ, ΤΕΙ, Δημοτικά, Γυμνάσια), νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, οργανισμοί/επιχειρήσεις, Δημοτικές Αρχές κ.α. που χρησιμοποιούν το σύστημα WLAN.

Οι νόμοι αυτοί θεμελιώνουν δικαστικές αγωγές εναντίον τους από άτομα δραστηριοποιούμενα εντός χώρων εκτιθέμενων στην ακτινοβολία του συστήματος WLAN (αλλά και από κεραίες κινητής τηλεφωνίας), αρκεί τα άτομα αυτά να θεωρήσουν ότι κινδυνεύει η υγεία τους. Κι αυτό, χωρίς καν να είναι υποχρεωμένα να το αποδείξουν ή να έχουν υποστεί προηγουμένως κάποια ιατρικώς πιστοποιημένη βλάβη.

Οι νόμοι προστασίας των πολιτών από τις ΜΙΗΜΑ είναι οι ακόλουθοι:

 

A. Αρχή της Προφύλαξης

Θεωρεί ότι όταν υπάρχουν ενδείξεις πιθανών βλαπτικών για την υγεία επιπτώσεων, ακόμα κι αν παραμείνουν αβέβαιες, οι κίνδυνοι από τη μη λήψη μέτρων μπορεί να είναι πολύ πιο μεγάλοι από τους κινδύνους εκ της λήψης μέτρων για τον έλεγχο της έκθεσης σε αυτούς τους κινδύνους. Μεταφέρει δε την υποχρέωση της απόδειξης του πιθανού κινδύνου, π.χ. από τις ΜΙΗΜΑ, από αυτούς που τον ισχυρίζονται σε αυτούς που τον απορρίπτουν [1]. Ισχύει και για τους πιθανούς κινδύνους που προέρχονται από την έκθεση του ανθρώπου στις ΜΙΗΜΑ και το WLAN (www.who.int/peh-emf/meetings/en/Lux_final_rapp_report.pdf ).

Ακολουθεί η αναλυτική της παρουσίαση της αρχής της προφύλαξης διότι αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του κοινοτικού Δικαίου στη ΕΕ. Η αρχή της προφύλαξης ορίζεται ως η αρχή «σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται η λήψη μέτρων προφυλάξεως, εφόσον η έλλειψη επιστημονικής βεβαιότητας δημιουργεί κίνδυνο (απειλή) βλάβης στην ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον εξ αιτίας μιας δραστηριότητας ή ενός προϊόντος ακόμη κι αν δεν αποδεικνύεται με επιστημονική πληρότητα η αιτιώδης σχέση αιτίας και αποτελέσματος» [2]. Στο διεθνές δίκαιο ως γενική αρχή δεσμευτικού χαρακτήρα η αρχή της προφύλαξης έχει ενσωματωθεί (ως αρχή 15) στη Διακήρυξη του Ρίο για το περιβάλλον και την ανάπτυξη (1992).

Έκτοτε, έχει αναγνωρισθεί από όλα τα διεθνή κείμενα για την προστασία του περιβάλλοντος. Στην κοινοτική έννομη τάξη η αρχή της προφύλαξης εισήχθη με τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που υπογράφτηκε στο Μάαστριχτ στις 07-02-1992) στο άρθρο 130 Ρ § 2. Σύμφωνα δε με το άρθρο 174 της Συνθήκης του Άμστερνταμ της 02-10-1997 (που διατήρησε την ίδια διατύπωση) η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος, α) συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων, αα) της διατηρήσεως προστασίας και βελτίωσης του περιβάλλοντος, ββ) της προστασίας της υγείας του ανθρώπου, γγ) της συνετής και ορθολογικής χρήσης των φυσικών πόρων, δδ) της προώθησης σε διεθνές επίπεδο, μέτρων για την αντιμετώπιση των περιφεριακών ή παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων, β) αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή ο ρυπαίνων πληρώνει.

Περαιτέρω, οι γενικές αρχές του άρθρου 174 της Συνθήκης του Άμστερνταμ –μεταξύ των οποίων και η αρχή της προφύλαξης- ενισχύονται μέσω Eυρωπαϊκών Κανονισμών (ΕΚ) εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚ:

α) Με το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ που προβλέπει ότι «οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής πολιτικής πρέπει να ενταχθούν στον καθορισμό και την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών δράσεων»,

β) με το άρθρο 152 § 1 της Συνθήκης ΕΚ για την υποχρέωση επίτευξης υψηλού επιπέδου προστασίας στις διάφορες κοινοτικές πολιτικές και δράσεις, όπως η υγεία του ανθρώπου,

γ) με το άρθρο 95 § 3 της Συνθήκης ΕΚ που ορίζει ότι «η Επιτροπή στις προτάσεις της που προβλέπει η § 1 στους τομείς της υγείας, της ασφάλειας, της προστασίας του περιβάλλοντος και της προστασίας των καταναλωτών, λαμβάνει ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας σε σχέση κυρίως με κάθε νέα εξέλιξη που βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα».

Με τις διατάξεις αυτές διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής και στην προστασία της υγείας του ανθρώπου, και συνακόλουθα η αρχή της προφύλαξης εφαρμόζεται σε κάθε πράξη από την οποία προέρχεται έστω και πιθανός κίνδυνος για πρόσωπα και πράγματα, ώστε μπορεί να λεχθεί ότι το περιβάλλον και η υγεία διατηρούν έναν προνομιακό δεσμό για προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης [3].

Την 02-02-2000, η προαναφερθείσα Επιτροπή εξέδωσε Ανακοίνωση για την αρχή της προφύλαξης με σκοπό την καθιέρωση κατευθυντήριων γράμμα για την εφαρμογή της, που να επιτρέπει τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, στις περιπτώσεις που τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δεν επιτρέπουν πλήρη αξιολόγηση του κινδύνου. Σύμφωνα με την Επιτροπή, μπορεί να γίνει προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης όταν τα πιθανώς επικίνδυνα αποτελέσματα ενός φαινομένου, ενός προϊόντος ή μιας δραστηριότητας έχουν προσδιοριστεί βάσει επιστημονικής και αντικειμενικής αξιολόγησης, αλλά η αξιολόγηση αυτή δεν επιτρέπει να προσδιοριστεί ο κίνδυνος με επαρκή βεβαιότητα. Ως προς τη νομολογιακή αξιολόγηση εκ μέρους του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) και του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΠΕΚ) για τους όρους εφαρμογής της αρχής της προφύλαξης ισχύουν (μεταξύ άλλων) τα εξής:

α) Αρκεί η επιστημονική αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή την έκταση κινδύνων για την υγεία των προσώπων, χωρίς να οφείλουν τα αρμόδια όργανα να προσδοκούν να αποδειχθεί πλήρως το υπαρκτό και η σοβαρότητα των εν λόγω κινδύνων [4].
Σε περίπτωση επιστημονικής αβεβαιότητας, δεν μπορεί να προσδοκάται ότι από την αξιολόγηση των κινδύνων θα προκύπτουν υποχρεωτικώς επαρκείς επιστημονικές αποδείξεις ως προς το υποστατό και τη σοβαρότητα των πιθανών αρνητικών επιδράσεων, αν επήλθε ο εν λόγω κίνδυνος
[5].

β) Η αρχή της προφύλαξης μπορεί να ορισθεί ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, η οποία επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν πρόσφορα μέτρα ενόψει πρόληψης ορισμένων πιθανών κινδύνων για τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια και το περιβάλλον, ώστε να υπερισχύσουν οι απαιτήσεις που συνδέονται με την προστασία των ως άνω συμφερόντων έναντι των οικονομικών [6]. Έτσι, η αρχή της προφύλαξης μπορεί να θεωρηθεί ως θεμελιώδης αρχή της κοινοτικής έννομης τάξης, η οποία εκφράζει τους κοινούς σκοπούς και τις κοινές αξίες που συνιστούν τα συστατικά θεμέλια του κοινοτικού οικοδομήματος, αποτελώντας στοιχείο κάθε οργανωμένου νομικού συστήματος κατά το πρότυπο σεβασμού του δικαίου, και λαμβάνοντας υπόψιν ότι ως αρχή (μεταξύ των άλλων) του άρθρου 174 § 2 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατρέχει την εν λόγω Συνθήκη και εφαρμόζεται στις άλλες πολιτικές δράσεις της κοινότητας [7]. Ως τμήμα της κοινοτικής νομιμότητας, δημιουργεί, εκτός των άλλων, υποχρέωση στα Κράτη Μέλη να πράττουν σύμφωνα με αυτήν, αλλά και να την επικαλούνται προς λήψη ορισμένου μέτρου στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, όπου υπερισχύει του παράγωγου κοινοτικού δικαίου αλλά και του εθνικού νόμου, και μπορεί δε αναλόγως να εφαρμόζεται και από τα εθνικά δικαστήρια [8].
Σύμφωνα και με το αρ. 28, παρ.1 του Συντάγματος, η αρχή της προφύλαξης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, αλλά και σύμφωνα με τις οδηγίες της ΕΕ [9].

Βιβλιογραφία

1. www.icems.eu/benevento_resolution.htm, http://unesdoc.unesco.org/images/0013/001395/139578e.pdf .
2. Wingspread Statement on the Precautionary Principle, Rachel’s Environment & Healthy Weekly, Feb. 1998, P. Kourilsky, G. Viney, Rapport au Premier minister sur le principe de précaution, La documentation française, 2000 σ. 83 (από Πρακτικά απόφασης ασφαλιστικών μέτρων #4531-2004, Μον. Πρωτοδικείο Αθηνών).
3. Δελλή, Γ. Το περιβάλλον ως στοιχείο της κοινοτικής έννομης τάξης και η Συνθήκη του Άμστερνταμ, Περιβάλλον και Δίκαιο, 1997, 295. Επίσης Icard, Ph, Le principe de précaution: exception a l’ application du droit communautaire? Revue trimestrielle de droit européen (RTDE, 2002, δ. 471, 475, 497).
4. ΔΕΚ απόφαση στις 05-05-1998, National Farmer’s Union, υπόθ. C-157/96, Σ 1998, δ. 1-2265, σκεψ. 99, ΠΕΚ απόφαση στις 16-07-1998, Bergaderm/Commission, υποθ. Τ-199/96, Σ 1998, σ. 11-2805, σκεψ. 66.
5. ΔΕΚ απόφαση στις 24-10-1993, Etablissements Armand Mondiel: SA/Armement Islais SARL, υποθ. C-405, Σ 1993, σ. 1-6133, σκεψ. 31.
6. ΠΕΚ απόφαση στις 26-10-2002, Artegodan GmbH/Commission, μικτές υποθ. Τ-74/00, Τ-76/00, Τ-83/00 μέχρι Τ-85/00, Τ-137/00 και Τ-141/00, Σ 2002, δ. 11-4945, σκεψ. 184.
7. Simon, D., Le systeme juridique communuautaire, 2001, σ. 367, 369.
8. Simon ό.π., σ. 369. Επίσης, G. Millet, δικτ. Τοπ. http://www.jurismag.net/articles/article-precaution.htm. Επίσης, Rambaud, P., Un nouveau principe du troit communautaire: le principe de précaution, in Melanges Paul Sabourin, 2001, σ. 311-325, σ. 315.
9. Ενδεικτικα στοιχεία: COM (2000) 1 τελικό της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες 2-2-2000, Ανακοίνωση της Επιτροπής για την Aρχή της Προφύλαξης, COM (2005) 218 τελικό της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες 25-5-2005, Ανακοίνωση της Επιτροπής για τις κατευθυντήριες αρχές της αειφόρου ανάπτυξης, Σύσταση 1999/519 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, L199 (1999/519/EC), 30-7-1999).

 

Β. Συμβούλιο της Επικρατείας

Η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ αρ.1264/2005 (10η Σκέψη) διαπιστώνει το αυθαίρετο των ισχυόντων ορίων ασφαλείας καθότι θεωρεί ότι η Κοινή Υπουργική Απόφαση 53571/3839/6-9-2000 «περί μέτρων προφυλάξεως του κοινού από τη λειτουργία κεραιών εγκατεστημένων στην ξηρά» είναι «είναι ελλιπής διότι δεν περιέχει πρόβλεψη για ελάχιστες αποστάσεις από ευπαθείς ομάδες πληθυσμού (σχολεία, νοσοκομεία λ.χ.) και χρησιμοποιεί ως βάσεις για τους προτεινόμενους με αυτή περιορισμούς έκθεσης μόνο τις αποδεδειγμένες επιδράσεις από την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία [….] εν όψει της αρχής της προφύλαξης». Η απόφαση αυτή, που στηρίζεται στην Αρχή της Προφύλαξης, έχει αδιαφιλονίκητη νομική ισχύ διότι είναι απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ.

 

Γ. Προστασία της προσωπικότητας του ατόμου

Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα που απορρέει από το δικαίωμα χρήσης κοινών αγαθών όπως ο ατμοσφαιρικός αέρας, η θάλασσα, τα γλυκά νερά, που εντάσσονται στην ευρύτερη έννοια του περιβάλλοντος και συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με τα σημαντικότερα αγαθά του ανθρώπου. Το δικαίωμα χρήσης των εν λόγω αγαθών αποτελεί ιδιωτικού δικαίου έκφανση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον (αρ. 24 Σ), όπως αυτό τριτενεργεί μέσω των διατάξεων των αρ. 57 και 967 επ. Αστικού Κώδικα (ΑK).

Επομένως, σε περίπτωση προσβολής του περιβάλλοντος, που είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, από τα αγαθά που απαρτίζουν την προσωπικότητα του ατόμου, υπάρχει αγώγιμη αξίωση από το άρθρο 57 ΑΚ εναντίον εκείνου από την δράση του οποίου προέρχεται η βλαπτική ενέργεια που αποτελεί την αιτία της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος (όπως π.χ. η εκπομπή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από το WLAN).
Συνεπαγόμενο εκ του ανωτέρω συνταγματικού δικαιώματος είναι και το δικαίωμα κάθε ενημερωμένου ατόμου στην επιλογή του να εκτίθεται ή όχι σε κινδύνους για την υγεία του -στην προκειμένη περίπτωση στην ακτινοβολία του WLAN.

|Επιστροφή στην αρχική σελίδα|

καθ. Χρήστος Γεωργίου 2008|Τηλ. 2610-997227|Φαξ 2610-997840|Email c.georgiou@upatras.gr|